σημερινός

[симэринос] ас. сегодняшний.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "σημερινός" в других словарях:

  • σημερινός — of to day masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινός — ή, ό / σημερινός, ή, όν, ΝΜΑ, και σημερνός, ή, ό, Ν αυτός που υπάρχει ή γίνεται σήμερα (α. «η σημερινή βροχή» β. «η σημερινή απόφαση» γ. «οι σημερινές εφημερίδες») νεοελλ. τωρινός, σύγχρονος (α. «τα σημερινά προβλήματα β. «τα σημερινά σχολεία»).… …   Dictionary of Greek

  • σημερινός — ή, ό 1. αυτός που γίνεται σήμερα: Στη σημερινή γιορτή θα εκφωνήσει το λόγο ένας μαθητής. 2. της ημέρας αυτής: Αγόρασε σημερινά αβγά. 3. σύγχρονος, τωρινός: Οι σημερινοί νέοι είναι πιο μορφωμένοι από τους παλιότερους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σημερινῶν — σημερινός of to day fem gen pl σημερινός of to day masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινόν — σημερινός of to day masc acc sg σημερινός of to day neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινῆς — σημερινός of to day fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινῇ — σημερινός of to day fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινέ — σημερινός of to day masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινή — σημερινός of to day fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινῷ — σημερινός of to day masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.